πρώτα ο πολίτης
Μαζί μπορούμε να χτίσουμε μια ανθρώπινη κοινωνία
Αρχική
Ευρωβουλευτής ΠΑΣΟΚ
Μαριλένα Κοππά

Το μήνυμα ήταν σαφές. Η ισορροπία μεταξύ κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς δεν υφίσταται μετά τις εκλογές της τελευταίας Κυριακής. Όμως, το εκκρεμές εκκρεμεί, αφού ακόμα ισορροπία δε διαφαίνεται.

Τα δύο, πρώην πλέον, «μεγάλα» κόμματα, είχαν εγκλωβιστεί από την καθεστωτικού τύπου δέσμευση σε μια πολιτική λιτότητας που υπαγόρευσε το Βερολίνο με την υποστήριξη των χωρών ΑΑΑ. Απομένει, βέβαια, να δούμε εάν μπορούμε να μιλάμε και για πρώην «κόμματα εξουσίας».

Για την αποσύνθεση της κεντροδεξιάς, ευθύνη φέρει η σημερινή της ηγεσία. Πλέον του 9% της παράταξης αυτής βρήκε καταφύγιο στο λεγόμενο φιλελεύθερο τόξο, αφού η ΝΔ υιοθέτησε ρητορική Χρυσής Αυγής. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες είναι δε γέννημα-θρέμμα του κ. Σαμαρά, αφού χωρίς την πρώιμη αντι-μνημονιακή του παντιέρα (που τάχιστα υπεστάλη), δε θα είχε γιγαντωθεί ο χώρος της λαϊκής δεξιάς. Τέλος, η Χρυσή Αυγή είναι η λογική και αυθεντική συνέπεια των αρχών και της ρητορικής Σαμαρά περί «ανακατάληψης πόλεων». Η διαίρεση αυτή μπορεί να είναι προσωρινή, μπορεί να είναι και μόνιμη, δεδομένου ότι η ΝΔ απέδειξε ότι δε διατηρεί έναν αξιακό πυρήνα που να της επιτρέπει να είναι κάτι παραπάνω από άθροισμα στελεχών.

Απομένει το ερώτημα του φάσματος της αριστεράς. Εάν πιστέψουμε εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο κ. Δραγασάκης, ή ακόμα και την περίφημη δήλωση του κ. Τσίπρα περί ανοχής στην (φανταστική) ψήφο ανοχής του κ. Καμμένου (σ.σ. και λογικά κάθε πολιτικής δύναμης πλην Χρυσής Αυγής), η αριστερά μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Μάλιστα, οι δημόσιες εμφανίσεις Δραγασάκη, μας κάνουν να πιστεύουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσχωρεί στη θέση της «διαπραγμάτευσης» με την Ε.Ε. της ΔΗΜΑΡ και όχι της «σταδιακής απεμπλοκής» ή άμεσης απεμπλοκής του ΚΚΕ. Εδώ έχουμε δύο ζητήματα:

1. Πρώτον, μίλησε ο κ. Δραγασάκης με τις υπόλοιπες συνιστώσες ή μόλις βρεθεί σε κυβερνητικό πόστο ο ΣΥΡΙΖΑ θα αρχίσει ν’ αποσυντίθεται; Το ερώτημα γίνεται ακόμα περισσότερο επιτακτικό, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ προσεγγίζει τώρα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες αντιμνημονιακές δυνάμεις. Σίγουρα, μόλις η δυνατότητα ανάληψης της εξουσίας μετουσιωθεί από σύνθημα σε υπαρκτή προοπτική (και μάλιστα με μπόνους), ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να κάνει επιλογές ή, με άλλα λόγια, «εσωτερικές εκκαθαρίσεις». Και, μάλλον, μεταξύ ψηφοφόρων και συνιστωσών, θα επιλέξει τους ψηφοφόρους, εάν υπάρχει κάποιο στοιχείο αυτοσυντήρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, επειδή ο κόσμος θέλει υφιστάμενες επιλογές και όχι την υπόσχεση της μετά θάνατον ζωής, ο κόσμος θα στείλει ξανά το κόμμα Τσίπρα/Δραγασάκη στη ζώνη του λυκόφωτος του 3%.

2. Δεύτερον, μίλησε ο κ. Δραγάσακης με την κ. Μέρκελ και πώς ακριβώς ελπίζει να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στην Ε.Ε. χωρίς τη συνέργεια των σοσιαλδημοκρατών; Ο κ. Ολάντ είναι σε κάθε περίπτωση Σοσιαλιστής και μιλάει για πρόσθεση διαστάσεων αναπτυξιακής πολιτικής, χωρίς αφαίρεση διαστάσεων δημοσιοοικονομικής εξυγίανσης. Αυτό λέγεται «συμβιβασμός» ή «μέση λύση». Μόνο εάν γίνει δεκτή μια τέτοια στρατηγική έχουν νόημα οι προτάσεις Δραγασάκη για «προοδευτικό σύστημα φορολογίας», που, μάλιστα, «θα εξαλείψει το έλλειμμα». Μπορεί όμως να οικοδομήσει ο κάθε κ. Δραγασάκης μια τέτοια βάση διαπραγμάτευσης, ξεκινώντας από την καταγγελία του χρέους που βρίσκεται πλέον στα χέρια του «επίσημου τομέα» (βλ. κράτη-μέλη της Ε.Ε.) με μόνο σοβαρό σύμμαχο το γερμανικό Die Linke; Σε κάθε περίπτωση, μπορεί ένα ανένδοτο και αντιμνημονιακό κόμμα να διαπραγματευτεί «τις αρχές του», ή τις αρχές πολλών συνιστωσών; Και εάν η απάντηση είναι ναι, τότε, μήπως κανείς να μιλήσει για διαδοχή της λειτουργίας του ΠΑΣΟΚ, αφού «η αριστερά που διατίθεται να κυβερνήσει», είναι επίσης η αριστερά που αποδέχεται ότι «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού»;

Εάν δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, η αλήθεια είναι ότι η άρνηση του συνθήματος περί «ενότητας της αριστεράς» θα έχει κόστος για το ΚΚΕ, όπως είχε άλλωστε κόστος και σε μια παρόμοια άρνηση το 1981. Το ίδιο κόστος όμως θα έχει και για το ΣΥΡΙΖΑ η άρνηση της ψήφου εμπιστοσύνης εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ θα χάσει το τεκμήριο της θέλησης να κυβερνήσει. Και μάλιστα η άρνηση θα έχει μεγαλύτερες συνέπειες, αφού οι περισσότεροι νέοι ψηφοφόροι του κόμματος προέρχονται από την εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ. Το ζήτημα είναι απλό: αφού το ΠΑΣΟΚ δεν κρίθηκε αξιόπιστη πρόταση εξουσίας, γιατί να μη γίνει αποδεκτή η κοινοβουλευτική του στήριξη, αφού σε μεγάλο βαθμό η εκλογική του βάση αποτελεί προέκταση αυτής του ΣΥΡΙΖΑ (και της ΔΗΜΑΡ);

Και κάπου εδώ τελειώνουν τα ψέματα. Τώρα θα φανεί εάν η πρόταση του κ. Τσίπρα και της ΔΗΜΑΡ, που προβλέπει την αποχώρηση της τρόικας, αλλά την παραμονή των κεφαλαίων της, είναι εφικτή. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ δε δοκιμάσει, τότε η ευθύνη για ό,τι μπορεί να συμβεί έως το τέλος του τρέχοντος μήνα, θα τον βαρύνει αποκλειστικά. Και σε αυτήν την περίπτωση, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η ΔΗΜΑΡ, θα μπορούν να κρυφτούν πίσω από το μπόνους των 50 εδρών, αφού είτε με, είτε χωρίς αυτό, τα κουκιά δε βγαίνουν. Ο σχηματισμός κυβερνήσεων δεν μπορεί να βασιστεί στο άθροισμά συνιστωσών, αλλά μόνο στη σύνθεση κοινωνικών αιτημάτων. Αυτός είναι ένας δρόμος προς την εξουσία – που ενίοτε φθείρει – και είναι σε κάθε περίπτωση γεμάτος αντιφάσεις. Καλώς ήλθατε στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ.

Πέρα από τις επιλογές της αριστεράς χωρίς αίσθηση του κέντρου, το ΠΑΣΟΚ πρέπει επίσης να αποφασίσει τι ρόλο θα παίξει μελλοντικά. Τη δεκαετία του 1970 αποτέλεσε καταλύτη για τη διαμόρφωση κυβερνητικής πρότασης της αριστεράς. Σε μεγάλο βαθμό, η πολιτική του υπεροχή βασίστηκε σε δύο πυλώνες:

1. Πρώτον, στην ηθική υπεροχή που απέκτησε κατά την πρώτη τετραετία διακυβέρνησης του τόπου, όπου έθεσε τα θεμέλια για μια νέα μεσαία τάξη. Ας θυμηθούμε ότι η εκλογική μας βάση σήμερα δεν αποτελείται από νέους.

2. Δεύτερον, στην παντοδυναμία του στο κράτος και το συνδικαλιστικό κίνημα. Ας θυμηθούμε ότι ο λόγος που κριθήκαμε «αναποτελεσματικοί μεταρρυθμιστές», είναι γιατί ουσιαστικά έπρεπε να ξεκληρίσουμε τις κοινωνικές μας αναφορές για να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα.

Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αναζητήσει νέους πυλώνες: το «πού», «με ποιους» και «πότε», είναι ακόμα ανοικτά ερωτήματα. Ως αφετηρία έχουμε το 13,2% του εκλογικού σώματος. Αλλά δε μπορούμε πάντα να δανειζόμαστε από το παρελθόν για να βγάζουμε «μια ακόμα» εκλογική αναμέτρηση. Ακόμα και αυτό το ιστορικά ισχνό ποσοστό, τίθεται σήμερα υπό διαπραγμάτευση. Όλα εξαρτώνται από τις επιλογές μας. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό ζήτημα αύριο δεν είναι η συλλογή «άφθαρτων στελεχών», αλλά μια ευρύτερη συζήτηση από σήμερα για το ποιοι είμαστε, τι σχέση έχουμε με το παρελθόν μας και, τελικά, τι υπόσχεση κομίζουμε για το μέλλον.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ MAΡΙΛΕΝΑΣ ΚΟΠΠΑ

ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΣΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ «ΑΘΗΝΑ 9.84»

ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

 ΤΡΙΤΗ 8 ΜΑΪΟΥ 2012

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Πάμε να συζητήσουμε τόσο τις ελληνικές όσο και τις γαλλικές εκλογές με τη ματιά της Ευρώπης, αλλά με τη ματιά ενός Έλληνα Ευρωβουλευτή, μιας Ελληνίδας μάλιστα Ευρωβουλευτού. Η κα Μαριλένα Κοππά, Ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ είναι στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής μας γραμμής. Καλή σας ημέρα κα Κοππά.  

Μ. ΚΟΠΠΑ: Καλημέρα σας.

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Κυρία Κοππά, αν σας ζητούσα να χαρακτηρίσετε το αποτέλεσμα των εκλογών για το κόμμα σας, ποιος θα ήταν ο τίτλος που θα βάζατε;

Μ. ΚΟΠΠΑ: Ο ελληνικός λαός έστειλε ένα πάρα πολύ καθαρό μήνυμα στα 11 πολιτικά κόμματα και στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη έδειξε ότι υπάρχουν όρια και αντοχές στην ελληνική κοινωνία γι’ αυτό το σκληρό πρόγραμμα και στην Ελλάδα το μήνυμα ήταν ότι χρειάζονται συναινέσεις και συγκλήσεις.

                   Η προηγούμενη περίοδος όπως τη γνωρίσαμε από τη μεταπολίτευση τελείωσε οριστικά. Κανένα κόμμα δεν έχει αυτή τη στιγμή την απόλυτη εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού. Άρα είναι ένα μήνυμα ότι τα κόμματα πρέπει μαζί να κάτσουν να τα βρουν και να βγάλουν τη χώρα από αυτή τη μεγάλη κρίση.

                   Το τρίτο στοιχείο για μένα είναι ότι η σαφής διάκριση ανάμεσα στην κοινωνία η οποία ακόμα ελπίζει ότι το μνημόνιο, ως έχει, μπορεί να δώσει μια προοπτική και σ’ αυτούς οι οποίοι πραγματικά νιώθουν ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα. Και αυτό, η αίσθηση ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα, είναι μια δική μας ευθύνη, των πολιτικών κομμάτων που πάλεψαν για τη σωτηρία της χώρας, με πρώτο το ΠΑΣΟΚ, που από την αρχή πήρε πολύ μεγαλύτερο κόστος από αυτό που του αναλογούσε στην προσπάθειά του να σώσει τη χώρα, και στη συνέχεια, στη δεύτερη περίοδο, τη Νέα Δημοκρατία. Πρέπει, λοιπόν, να πείσουμε ότι υπάρχει ελπίδα και υπάρχει διέξοδος από την κρίση.

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Κυρία Κοππά, αν μου επιτρέπετε. Ξέρετε, ακούω αυτή τη φράση σχεδόν από το σύνολο του πολιτικού προσωπικού στο ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή το ΠΑΣΟΚ πήρε μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, μεγαλύτερη ευθύνη στις πλάτες του από αυτή που του αναλογούσε. Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι τη λογική αυτής της άποψης.

                   Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας όπως το γνωρίσαμε μέχρι και την προηγούμενη Κυριακή. Βρίσκεται στην πολιτική ζωή για πολλές δεκαετίες, έχει κυβερνητική εμπειρία. Άρα γιατί δεν του αναλογούσε η ευθύνη που πήρε;

                   Ξέρετε, θέλω να πω μ’ αυτό, έχω την εντύπωση ότι επιχειρείται με αυτό το σκεπτικό να απομειωθεί η πολύ μεγάλη καθίζηση, δραματική θα έλεγα, στα εκλογικά ποσοστά του κόμματός σας.  

Μ. ΚΟΠΠΑ: Όχι, δεν έχετε δίκιο, και πρέπει όλους να μας προβληματίσει πάρα πολύ σοβαρά και να μην το πάρουμε καθόλου ελαφρά αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο κόσμος στέλνει ένα σαφές μήνυμα στο ΠΑΣΟΚ, όπως στέλνει και στη Νέα Δημοκρατία και στα άλλα κόμματα. Αυτό είναι πολύ καθαρό.

                   Από την άλλη, τι εννοώ. Όταν το 2009 πήραμε την εξουσία και αναγκαστήκαμε να πάρουμε όλα αυτά τα σκληρά μέτρα, τα οποία τα πήραμε τότε όπως θυμάστε μόνοι μας σαν κόμμα, δεν ήταν η ευθύνη όλη δική μας.

                   Μετά τη μεταπολίτευση οι ευθύνες είναι θα έλεγα και στους δύο μεγάλους πολιτικούς χώρους που κυβέρνησαν τη χώρα για πάρα πολλά φαινόμενα τα οποία ακόμα με την παθογένειά τους ταλαιπωρούν την ελληνική κοινωνία, και το 2009 το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε μία κατεστραμμένη χώρα από τη Νέα Δημοκρατία, με ένα έλλειμμα που ξεπερνούσε το 15,5% και κλήθηκε μόνο του να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση.

                   Δεν ήταν δική του η ευθύνη αποκλειστικά. Δεν φταίει το ΠΑΣΟΚ για τα δεινά της χώρας. Ότι όλοι βάλαμε τη λιθαράκι μας για να έρθει η χώρα εδώ που είναι σήμερα, και αυτό ακριβώς καταδικάζει σήμερα και τιμωρεί ο ελληνικός λαός, αυτή νομίζω ότι είναι η αλήθεια. Οτιδήποτε άλλο δείχνει ότι δεν καταλάβαμε το μήνυμα, αλλά από την άλλη ότι δε βάζουμε και τα πράγματα στο σωστό πλαίσιο.

                   Δεν ήταν υπεύθυνο το ΠΑΣΟΚ για την κρίση στην οποία βρέθηκε από το 2000 και μετά η ελληνική κοινωνία. Παρέλαβε κάτι. Έχουμε μια διακυβέρνηση Καραμανλή για την οποία ελάχιστοι μιλάνε.

                   Το όνομα του κ. Καραμανλή παραμένει στο απυρόβλητο, δυστυχώς συχνά και από το δικό μου πολιτικό χώρο, που ξεχνάμε τι έχει συμβεί πριν το ΄09, και όλοι μαζί οδηγήσαμε εδώ τη χώρα, με τραγικές όμως ευθύνες, τραγικές, της διακυβέρνησης του 2004 – 2009, που επαναλαμβάνω, πολλοί προτιμούν να ξεχνούν.  

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Κυρία Κοππά, τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ελλάδα συνέπεσαν με μία δημόσια πια συζήτηση που γίνεται στην Ευρώπη αυτές τις ώρες – εσείς θα μας πείτε το εύρος και το πλαίσιό της – για την ανάγκη να υπάρξει ισορροπία ανάμεσα στη λιτότητα και την ανάπτυξη, και με μία πολύ σοβαρή πια αμφισβήτηση από την πλευρά αρκετών Ευρωπαίων ηγετών, αλλά και διαμορφωτών της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, της ευρωπαϊκής ελίτ θα έλεγα, αμφισβήτησης αυτής της συγκεκριμένης «συνταγής» – δεν μου αρέσει η λέξη, τη βάζω σε εισαγωγικά – που ακολουθήθηκε ως πείραμα στην Ελλάδα. 

Μ. ΚΟΠΠΑ: Αυτή τη στιγμή κα Καραγιάννη φυσάει ένας άνεμος αλλαγής στην Ευρώπη. Δεν πρέπει αυτό να το εξιδανικεύουμε με την έννοια ότι η κατάσταση θα αλλάξει από τη μία ημέρα στην άλλη. Από την άλλη, όμως, το μήνυμα της Γαλλίας είναι πάρα πολύ ηχηρό.

                    Η Γαλλία δεν είναι μια τυχαία χώρα. Είναι βασικός πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πάντα μαζί με τη Γερμανία στήριξαν και προχώρησαν αυτό που ονομάζουμε ατμομηχανή της Ευρώπης. Άρα η αλλαγή αυτή στη Γαλλία, η πρόθεση του Φρανσουά Ολάντ να ξανασυζητήσει το Σύμφωνο Σταθερότητας, τους χρυσούς κανόνες, είναι κεφαλαιώδες.

                   Άρα ποιο είναι το συμπέρασμα για μας στην Ελλάδα. Το συμπέρασμα είναι ότι εμείς πρέπει με κάθε τρόπο να είμαστε μέσα στο παιχνίδι. Φάγαμε όλο το κόστος και όλη τη σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία, τις ακραίες πολιτικές λιτότητας της προηγούμενης περιόδου. Τώρα, κινδυνεύουμε να χάσουμε το τρένο.

                   Αν βγούμε από το ευρώ, χάσουμε αυτή τη στιγμή την ιστορική συγκυρία να είμαστε μέσα όταν ξεκινήσει η νέα διαπραγμάτευση, τότε έχει χαθεί η κορυφαία ευκαιρία για την Ελλάδα να μπορέσει να ξαναμπεί στο δρόμο της ανάκαμψης.

                   Γι’ αυτό, ακριβώς, οι δυνάμεις που λένε «ναι στο ευρώ χωρίς όμως το μνημόνιο» ή δυνάμεις που λένε «έξω από το ευρώ, έξω από την Ευρώπη» νομίζω είναι ανιστόρητες, νομίζω ότι οδηγούν σε ολισθηρό δρόμο και πρέπει να ακουστεί η αλήθεια.

                   Πρέπει να μη χάσουμε την ευκαιρία που η αλλαγή, όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που αυτή θα προκαλέσει, θα δημιουργήσουν στην Ευρώπη και νομίζω θα συμπαρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Το γεγονός ότι αυτό το οποίο περιγράφετε ως επιθυμητό για να γίνει δεν είναι το μήνυμα του εκλογικού Σώματος, δηλαδή το εκλογικό Σώμα διχάστηκε και τελικά έβγαλε από την κάλπη ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό σκηνικό, έχει ευθύνη το κόμμα σας ότι δεν το επικοινώνησε πολιτικά;

                   Εκφράζονται, επί παραδείγματι, επιφυλάξεις για το κατά πόσο θα έπρεπε να ζητηθεί με τόσες δόσεις συγγνώμη από τη νέα ηγεσία του κόμματος κατά την προεκλογική περίοδο ως αποτέλεσμα δημιουργίας σύγχυσης στο εκλογικό Σώμα. Θα ήθελα την άποψή σας σ’ αυτό.  

Μ. ΚΟΠΠΑ: Κοιτάξτε, είμαστε ακριβώς μέσα στην ώρα που γίνονται οι διεργασίες. Άρα, ακόμα, όλα είναι πολύ νωπά για να μπορούμε με ψύχραιμο μάτι να δούμε τι έφταιξε. Σίγουρα, πάντως, δεν επικοινωνήσαμε σωστά το μήνυμά μας – αυτό είναι σίγουρο – ένα μήνυμα από μία παράταξη η οποία πήρε την ευθύνη και η οποία πραγματικά έβαλε τη σωτηρία της χώρας μπροστά από την ίδια τη συνοχή της ίδιας της κομματικής της ύπαρξης, της κομματικής παράταξης.

                   Δεν είναι, απλώς, θεωρώ αυτή τη στιγμή η ώρα για τέτοιου είδους αυτοκριτική, αν έφταιξε το Α, αν έφταιξε το Β. Το ζήτημα είναι ότι όλοι τώρα πρέπει να πάρουν τις ευθύνες τους, και οι ευθύνες αυτή τη στιγμή που μιλάμε κα Καραγιάννη είναι στα χέρια του κ. Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος παίρνει σήμερα τη διερευνητική εντολή, και ο κ. Τσίπρας έχει υποσχεθεί ότι θα εξαντλήσει το χρόνο για να σχηματίσει κυβέρνηση.

                   Αλλά ο κ. Τσίπρας πρέπει να πει την αλήθεια. Πώς θα μείνει η χώρα στο ευρώ με μία αντιμνημονιακή πολιτική; Μας τα χρωστάνε οι ξένοι για να μας τα δώσουν χωρίς όρους – πρέπει να μας εξηγήσει – ή θεωρεί ότι θα βάλει φωτιά στο σύστημα και η Ευρώπη θα τρομάξει μπροστά στην Ελλάδα και θα γονατίσουν μπροστά μας;

                   Χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις και αλήθειες, επειδή μιλήσατε για ευρωπαϊκή ματιά.    

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Ακριβώς, ναι.

Μ. ΚΟΠΠΑ: Δεν είναι όπως ακούγονται στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Δε νομίζω ότι οι Ευρωπαίοι έχουν να φοβηθούν μια Ελλάδα η οποία κάνει τις δικές της επιλογές. Εδώ είναι συγκεκριμένα τα πράγματα.

                   Ακόμα και οι φίλοι μας σοσιαλιστές μας λένε: κάντε υπομονή, τηρήστε το μνημόνιο, οι υποσχέσεις, οι δεσμεύσεις είναι δεσμεύσεις, έχουν μπει υπογραφές. Σταδιακά θα προσθέσουμε αυτό που λείπει, που είναι το στοιχείο της ανάπτυξης, το στοιχείο της καταπολέμησης της ανεργίας, δημιουργίας θέσεων εργασίας. Θα προσθέσουμε αυτό το οποίο χρειάζεται για να μπορέσει η χώρα να σταθεί στα πόδια της.

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Ξέρετε, αυτό το «θα» χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, αυτό το «θα» το οποίο μεταφέρετε ως άποψη των Ευρωπαίων συναδέλφων σας, χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, ηχεί παράταιρα στο κλίμα που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα.

                   Έχετε δίκιο ότι ο δημόσιος διάλογος γίνεται με διαφορετική ατζέντα στην Ελλάδα, αλλά έχω την εντύπωση και εκφράζεται, διατυπώνεται αυτό και από πολλούς αναλυτές, ότι ενδεχομένως ήταν και εξαιρετικά παρεμβατική και άκομψη όλο αυτό το διάστημα η εμπλοκή των Ευρωπαίων εταίρων και δανειστών μας στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα. 

Μ. ΚΟΠΠΑ: Απολύτως, έχετε δίκιο. Οι δηλώσεις του κ. Σόιμπλε δυναμίτισαν την κατάσταση στην Ελλάδα. Κανένας λαός με αξιοπρέπεια δεν μπορεί να δεχθεί υποδείξεις από τρίτους για το πώς πρέπει να κινηθεί, ούτε ανθρώπους να του κουνούν το δάχτυλο την ώρα που είναι στην κορυφαία στιγμή της επιλογής των αντιπροσώπων, της επιλογής κυβέρνησης.

                   Αυτό λειτούργησε θα έλεγα σε εισαγωγικά «προβοκατόρικα» για οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα και συνέχεια μιας πολιτικής, αλλά από την άλλη διαφωνώ μαζί σας στο πρώτο σκέλος αυτού που είπατε. Δε νομίζω ότι είναι «θα» χωρίς νόημα. Οι αλλαγές στη Γαλλία, ακολουθούν αλλαγές, είτε αρέσει σε… 

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Χωρίς χρονοδιάγραμμα είπα.

Μ. ΚΟΠΠΑ: Μα τώρα βγήκε ο άνθρωπος. Σε λίγες ημέρες, στις 17 του μηνός θα πάει να συναντήσει την κα Μέρκελ. Πώς μπορεί να υπάρξει χρονοδιάγραμμα; Εδώ δεν υπήρξε χρονοδιάγραμμα ούτε από τους σκληρούς υποστηριχτές των μέτρων οι οποίοι κάθε χρόνο μας έκαναν ένα χρονοδιάγραμμα για το πότε θα σταματήσει η ύφεση και πάντα έπεφταν έξω ακριβώς γιατί όλη η συνταγή, όπως την αποκαλέσατε, ήταν τελείως λάθος.

                   Το θέμα είναι ότι έχουμε εξελίξεις μπροστά μας τους 2 – 3 επόμενους μήνες. Αν εμείς έχουμε κατέβει από το τρένο, το τρένο δε θα γυρίσει να μας περιμένει. Δε θα σταματήσει για να δει τους ρυθμούς με τους οποίους θα κινηθεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα κι αυτό είναι ευθύνη όλων μας.

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Με δεδομένο ότι υπάρχει αυτή η περιβόητη δόση του Μαΐου, εκτιμάτε ότι θα ήταν ρίσκο η προσφυγή σε επαναληπτικές εκλογές στο σκεπτικό των εταίρων και δανειστών μας; 

Μ. ΚΟΠΠΑ: Κοιτάξτε, τα πράγματα είναι απλά. Στις 20 Μαΐου επρόκειτο να εκταμιευθούν 8 δις και άλλο ένα μεγάλο ποσό άνω των 20 δις στα μέσα Ιουνίου. Αν δεν υπάρχει κυβέρνηση, αυτό δεν μπορεί να γίνει. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να μπούμε σε καμία φιλοσοφική ή μεταφυσική συζήτηση περί αυτού. Η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί.

                   Τώρα επαναληπτικές εκλογές, η δημοκρατία ορίζει ότι αν δεν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση, θα πάμε σε επαναληπτικές, αλλά στη διαδικασία αυτή ο καθένας, και πραγματικά εννοώ ο καθένας, παίρνει τις ευθύνες του. Δηλαδή μπροστά μας έχουμε μια σκληρή πραγματικότητα.

                   Είναι πάρα πολύ ωραία η θεωρία και η επαναστατική γυμναστική από διάφορες μεριές, αλλά η πραγματικότητα κα Καραγιάννη είναι σκληρή και είναι τα νούμερα που σας ανέφερα πριν μερικά δευτερόλεπτα.

Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: Κυρία Κοππά, σας ευχαριστώ πολύ. Καλή σας ημέρα.

Μ. ΚΟΠΠΑ: Κι εγώ σας ευχαριστώ. Γεια σας.

Η ψήφος στην ακροδεξιά δεν είναι επιλογή, αποτελεί αντίθετα επί της ουσίας, το τέλος των επιλογών.

Για πολλά χρόνια το πολιτικό σύστημα αγνόησε τα σωρευμένα προβλήματα που δημιουργούσε η αύξηση των μεταναστευτικών ροών. Οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν αύξησαν αυτές τις ροές, ενώ η Ελλάδα βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο, αφού από τη μια ήταν σαφές ότι δεν αποτελούσε χώρα τελικού προορισμού, αλλά διαμετακομιστικός κόμβο μεταξύ Ασίας, Αφρικής και Δυτικής Ευρώπης. Και από την άλλη, για να εξασφαλίσουμε την «ελεύθερη διακίνηση» των δικών μας υπηκόων, αφήσαμε την καταγγελία του καθεστώτος Δουβλίνο ΙΙ στην ακροδεξιά. Ο λαϊκισμός περί «ανικανότητας» ελέγχου των συνόρων εδώ ήταν προφανής, αφού ούτε οι ΗΠΑ, ούτε καμία χώρα στον κόσμο, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για μια χερσόνησο με τα πιο εκτεταμένα θαλάσσια σύνορα στην Ευρώπη, μπορεί με κατασταλτικά μέσα και μόνο να ανακόψει ανθρώπους αποφασισμένους να ξεφύγουν από τη φρίκη του πολέμου και των απολυταρχικών καθεστώτων.

Για χρόνια, η Ελλάδα άφηνε το πρόβλημα να λυθεί «από την αγορά». Μόλις δημιουργήθηκε η πρώτη μαγιά ενός μεταναστευτικού γκέτο, όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο (βλ. Αστόρια), οι μετανάστες συγκεντρώθηκαν στις περιοχές όπου η έννομη τάξη είχε αποδεχτεί την ήττα της και μπορούσαν να στηριχθούν σε εθνοτικά κοινωνικά δίκτυα προκειμένου να επιβιώσουν. Αυτό είναι θεμιτό. Δεν είναι όμως θεμιτό ότι όλοι εμείς, αποδεχτήκαμε για πολλά χρόνια ότι χιλιάδες μετανάστες, για τους οποίους δεν είχαμε χώρους υποδοχής, μπορούν να στοιβάζονται σε ένα με δύο συγκεκριμένα τμήματα της πρωτεύουσας και ότι κλείσαμε τα μάτια στο γεγονός ότι πολλοί θησαυρίζουν νοικιάζοντας ακίνητα σε άθλια κατάσταση «με το κεφάλι». Δεν είναι θεμιτό ότι είπαμε έμμεσα στους γείτονές τους ότι «εάν δε σας αρέσει αυτή η κατάσταση, μπορείτε να φύγετε», εκτός βέβαια εάν δε μπορείτε. Δεν είναι θεμιτό ότι αποδεχτήκαμε το γεγονός ότι μια τάξη ξαφνικά γέμιζε κατά 70% με μαθητές που η πρώτη τους γλώσσα δεν είναι τα ελληνικά, χωρίς ο εκπαιδευτικός να γνωρίζει τι να κάνει, λέγοντας έμμεσα σε απελπισμένους γονείς ότι «εάν δε σας αρέσει αυτή η κατάσταση, μπορείτε να φύγετε, εκτός βέβαια εάν δεν μπορείτε».

Συνεπώς, σε συγκεκριμένα σημεία της πρωτεύουσας, αλλά και της Πάτρας και της Ηγουμενίτσας, έμειναν όσοι δεν μπορούσαν να φύγουν. Και οι μετανάστες έμεναν στη ζώνη του λυκόφωτος, σε παράνομες συνθήκες διαβίωσης, που γίνονταν ανεκτές, όπως άλλωστε και οι οίκοι ανοχής. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα παράδοσης της ελληνικής έννομης τάξης σε όσους εκ του πονηρού αυτοπροτάθηκαν ως υπερασπιστές της ασφάλειας. Δεν είναι λίγες οι καταγγελίες ότι τα ίδια τα όργανα της τάξης έδιναν τα τηλέφωνα της Χρυσής Αυγής, όταν ένας ιδιοκτήτης έκανε καταγγελία παράνομης κατάληψης του ακινήτου του, προκειμένου να επιληφθεί κάποιος «χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις». Δεν είναι λίγες οι καταγγελίες ότι η κατάληψη χώρων αναψυχής και δημοτικών υποδομών από «προστάτες» της ακροδεξιάς, έγιναν μπροστά στα μάτια της αστυνομίας και με την ανοχή των δημοτικών αρχών, χωρίς, δυστυχώς, να εξαιρείται και η σημερινή.

Στο μεταξύ, ρόλο έπαιξαν και πολλά ΜΜΕ, που χωρίς να εξετάζουν τα οφέλη που κόμιζαν κάθε είδους ιδιοκτήτες και «προστάτες» του αθηναϊκού κέντρου, επαινούσαν «πρωτοβουλίες πολιτών», αναμασώντας τη γνωστή και λαϊκίστικη διαβεβαίωση ότι «η ελληνική κοινωνία δεν είναι ρατσιστική», αντιμετωπίζοντας το ρατσισμό ως ασθένεια και όχι ως κοινωνικό φαινόμενο. Με άλλα λόγια, το κράτος, τα ΜΜΕ και η τοπική αυτοδιοίκηση, έχουν ευθύνη για τη «μαγιά» που έθρεψε την πολιτική βάση της Χρυσής Αυγής. Σε συνθήκες κοινωνικής αποσάθρωσης, η Χρυσή Αυγή χτυπά τώρα και την πόρτα του Κοινοβουλίου. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;

Σημαίνει καταρχήν ότι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έχουν απενοχοποιηθεί, όπως προκύπτει και από το μήνυμα του «κεντροδεξιού», αστικού και θεοσεβούμενου κ. Σαμαρά, που μιλά με όρους πολεμικούς για «ανακατάληψη των πόλεων». Σημαίνει ότι ο Λ.Α.Ο.Σ είναι σε δύσκολη θέση, αφού ως αστική εκδοχή της ακροδεξιάς πρέπει, από τη μια να αποκηρύσσει «πρώην συντρόφους» στο όνομα της δημοκρατίας και από την άλλη, να μιλά για νομιμοποίηση της οπλοφορίας. Σημαίνει ότι ο Έλληνας φορολογούμενος θα πρέπει να ανεχτεί στη δημόσια τηλεόραση φασιστική και αντικοινοβουλευτική ρητορική, αφού τα μέλη των κοινοβουλευτικών κομμάτων έχουν εξασφαλισμένη παρουσία, χωρίς μάλιστα να ενοχοποιούνται οι παρουσιαστές που πάντα ήθελαν την αύξηση της τηλεθέασής τους, δεδομένου ότι εφεξής, το να προβάλλουν το φασισμό, θα είναι και θεσμική τους υποχρέωση. Σημαίνει ότι ο Έλληνας φορολογούμενος θα πληρώνει επαγγελματίες προστάτες, των οποίων το ποινικό μητρώο θα έχει πάντα ενδιαφέρον, για να πληρώνουν γραφεία και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στα πλαίσια μιας πλουραλιστικής δημοκρατίας. Μια δημοκρατία που σε κάθε περίπτωση καταγγέλλουν. Τέλος, σημαίνει ότι όλοι μας πρέπει να αναρωτηθούμε τι θα συμβεί εάν μπει στη Βουλή των Ελλήνων ένα κόμμα, του οποίου οι βουλευτές χαιρετίζουν ναζιστικά το πανελλήνιο, όπως έκανε ο κ. Μιχαλολιάκος στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων.

Η προοδευτική παράταξη αυτού του τόπου, έχει ευθύνες γι’ αυτό το θεσμικό αδιέξοδο. Διότι, πρέπει να έχουμε μια ανοικτή κοινωνία. Αλλά πρέπει επίσης να έχουμε δημόσια σχολεία που συμβάλλουν στην κοινωνική κινητικότητα του πληθυσμού, γεγονός που δεν μπορεί να επιτευχθεί με τάξεις που έχουν 70% πληθυσμό μεταναστών. Και κανείς δεν πρότεινε να μοιραστεί το βάρος της κοινωνικής ένταξης σε πολλές γειτονιές, ή εάν το πρότεινε, δεν εισακούσθηκε. Διότι, πρέπει να έχουμε μια ανοικτή κοινωνία, αλλά αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί σε μια γειτονιά όπου η αστυνομία δε συλλαμβάνει επειδή «δεν ξέρει πού να τους πάει», ή επειδή η Χρυσή Αυγή «εκφράζει το κοινό περί δικαίου αίσθημα». Αλλά κανείς δε μίλησε για την ανάγκη σοβαρών χώρων υποδοχής, με συγκεκριμένες προδιαγραφές, αλλά μόνο για «ξερονήσια» και «στρατόπεδα συγκέντρωσης». Κανείς δεν είπε ότι το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» στην Ελλάδα, δεν μπορεί να περιλαμβάνει μαχαιρώματα, ξυλοδαρμούς, πίσσα και πούπουλα. Διότι, πράγματι, το να διολισθαίνει η δημοκρατία μας σε λογικές αποδιοπομπαίου τράγου, είναι τραγικό. Αλλά δημόσιες συλλήψεις ατόμων που θησαυρίζουν από την ενοικίαση χώρων «με το κεφάλι», δεν έγιναν. Αντίθετα, η ερευνητική ματιά των δημοσιογράφων μας εξαντλήθηκε στο γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή «είναι μια κάποια λύση», όπως άλλωστε και οι βάρβαροι.

Δεν είναι ακόμα αργά να υπερασπιστούμε την τάξη του νόμου και της δημοκρατίας μας. Ποια άλλη επιλογή έχουμε; Αλλά πρέπει να δώσουμε πειστικές προοδευτικές απαντήσεις σε αυτούς που σήμερα έχουν γίνει βορά στα χέρια κάθε είδους προστάτη, αφού δεν μπορούν να βρουν καταφύγιο σε γειτονιές όπου «το πρόβλημα» απλά δεν υφίσταται. Πρέπει, επίσης, επιτέλους να ακούσουμε προσεκτικά τους κατοίκους αυτών των περιοχών, που εκτός από το να προσφέρουν αλληλεγγύη στον μετανάστη συνάνθρωπό τους, αντιστάθηκαν στις φασιστικές προστατευτικές σειρήνες, πράγμα που δεν έγινε μέχρι σήμερα ούτε από την υφιστάμενη δημοτική αρχή. Αντίθετα, δίπλα τους βρέθηκε η κατά τα άλλα συντηρητική εκκλησία! Και εάν οι μόνες απαντήσεις που έχουμε σε όλα αυτά τα αδιέξοδα προϋποθέτουν «μια συνολικότερη εκτίμηση του καπιταλιστικού συστήματος», τότε πρέπει και οι προοδευτικοί διανοητές αυτού του τόπου να έρθουν αντιμέτωποι με τις συνέπειες του υπαρκτού στρουθοκαμηλισμού. Οι ψύχραιμες λύσεις που αφορούν το σήμερα είναι μια άχαρη ενασχόληση, που πάντως πρέπει να αναλάβουμε, πριν να την αναλάβουν άλλοι, «λιγότερο ψύχραιμοι» προστάτες-φασίστες. Και εάν οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την αλήθεια, το έργο αυτό σύντομα θα γίνει δυσκολότερο.

Απάντηση της Ύπατης Εκπροσώπου / Αντιπροέδρου Ashton

εξ ονόματος της Επιτροπής

(3.5.2012)

Η Επιτροπή παραπέμπει το Αξιότιμο Μέλος στα συμπεράσματα του Δεκεμβρίου 2011 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στα οποία εκφράζεται έντονη ανησυχία σχετικά με τις τουρκικές δηλώσεις και απειλές και στα οποία ζητήθηκε απόλυτος σεβασμός του ρόλου της Προεδρίας του Συμβουλίου που αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα της ΕΕ.

Η Επιτροπή, στις επαφές της με τις τουρκικές αρχές έχει ζητήσει επανειλημμένα να ληφθούν μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί η εξομάλυνση των σχέσεων με τη δημοκρατία της Κύπρου και η πλήρης εφαρμογή του πρόσθετου πρωτοκόλλου.

Εν τω μεταξύ, η ανάγκη επίλυσης του κυπριακού προβλήματος είναι επείγουσα και η Επιτροπή ενθαρρύνει και τα δύο μέρη να συνεργαστούν προς τούτο με πνεύμα συμβιβασμού.

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

ΤΟΜΕΑΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Βρυξέλλες, 30 Απριλίου 2012

Παρέμβαση της Ύπατης Εκπροσώπου της Ε.Ε. ζητά με ερώτησή της η ευρωβουλευτής και επικεφαλής της Κ.Ο. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο Ε.Κ., Μαριλένα Κοππά, μετά τη νέα ανοιχτή αμφισβήτηση εκ μέρους της Τουρκίας των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου

Με την ευκαιρία αυτή, η κα Κοππά έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στην Τουρκία να δημιουργήσει τετελεσμένα με μονομερείς και εντελώς αυθαίρετες αποφάσεις. Η έναρξη γεωτρήσεων στην κατεχόμενη Αμμόχωστο και η αμφισβήτηση της κυπριακής ΑΟΖ δυναμιτίζουν τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Η ανοιχτή αμφισβήτηση του δικαιώματος των νησιών της Ρόδου και του Καστελόριζου σε υφαλοκρηπίδα είναι αντίθετη με τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Επιχειρούμε, λοιπόν, να υπάρξει παρέμβαση εκ μέρους της Ύπατης Εκπροσώπου για συμμόρφωση της Τουρκίας. Είναι εντελώς απαράδεκτο υποψήφια προς ένταξη χώρα να αμφισβητεί με αυτόν τον τρόπο κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών της ΕΕ.»

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Στις 26 Απριλίου 2012, η Τουρκία ανακοίνωσε την έναρξη γεωτρήσεων στην κατεχόμενη Αμμόχωστο και την επόμενη μέρα δημοσίευσε στην επίσημη εφημερίδα της κυβέρνησης σειρά αποφάσεων του τουρκικού Υπουργικού Συμβουλίου για τη χορήγηση αδειών εκτέλεσης πετρελαϊκών εργασιών σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, στην ευρύτερη περιοχή της Ρόδου και του Καστελορίζου, και εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). 

Η έναρξη γεωτρήσεων στην περιοχή της Αμμοχώστου αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ που επιβεβαιώνουν την κυριαρχία και ζητούν το σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η αμφισβήτηση του δικαιώματος των ελληνικών νησιών σε υφαλοκρηπίδα, καθώς και η συμπερίληψη  τεμαχίων της κυπριακής ΑΟΖ στους τουρκικούς χάρτες, αντιβαίνει στους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας. Επιπλέον, ξεκάθαρα, η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών της ΕΕ δε συνάδει με την υποχρέωση της υποψήφιας χώρας σχετικά με την τήρηση σχέσεων καλής γειτονίας.

Ερωτάται, κατά συνέπεια, η Ύπατη Εκπρόσωπος:

α) προτίθεται να προβεί στις δέουσες ενέργειες και διαβήματα προς τις τουρκικές αρχές;

β) σκοπεύει, πιο συγκεκριμένα, να υπενθυμίσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διαπραγματευτικό πλαίσιο ΕΕ-Τουρκίας σχετικά με την τήρηση σχέσεων καλής γειτονίας και τη δημιουργία θετικού κλίματος για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος;

γ) θα ασκήσει τις δέουσες πιέσεις προκειμένου η Τουρκία να υπογράψει και να σεβαστεί τις προβλέψεις της Διεθνούς Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας;

Το ευρωπαϊκό αξιακό οικοδόμημα διανύει περίοδο εκπτώσεων. Οι εκπτώσεις, στην «αρχή» της ελεύθερης διακίνησης ανθρώπων εντός των τειχών της Συνθήκης του Σέγκεν, άρχισαν με την κρίση στη Βόρεια Αφρική, όταν ο Μπερλουσκόνι αποφάσισε ότι δεν ήθελε η Ιταλία να παίξει το ρόλο του κυματοθραύστη για τη Γαλλία, σ’ ένα τσουνάμι προσφυγικών μεταναστευτικών ροών. Στο επόμενο επεισόδιο, η πρώην κεντροδεξιά κυβέρνηση της Δανίας, λίγους μήνες πριν από τις εθνικές κοινοβουλευτικές εκλογές, αποφάσισε να αποκαταστήσει τους συνοριακούς της ελέγχους. Αυτή η απόφαση είχε περισσότερο σχέση με την ψήφο ανοχής της ακροδεξιάς, που στήριζε με την ανοχή της την κυβέρνηση, παρά κάποια συγκεκριμένη κρίση. Τέλος, ο Σαρκοζί φώναζε υστερικά για την ανάγκη αποκατάστασης συνοριακών ελέγχων, στην (ανεπιτυχή) προσπάθειά του να αποσπάσει ψήφους από το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν. Ακολούθησε και ο Υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας, με τα μάτια στις δημοσκοπήσεις και τους αναγνώστες του Focus. Σε κάθε μια ξεχωριστά από αυτές τις περιπτώσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «εξέφραζε την ανησυχία της», ή, ούτε καν αυτό…

Ηθικό δίδαγμα: οι αρχές μας ισχύουν, εκτός εάν υπάρχουν «έκτακτες συνθήκες», δηλαδή εάν κάποια χώρα-μέλος που δεν τελεί σε μνημονιακή επιτήρηση, δε θέλει να συμμορφωθεί. Αλήθεια, τι θα γινόταν εάν – έστω προσωρινά – η Ελλάδα ομολογούσε ότι δε μπορεί να διαχειριστεί το προσφυγικό κύμα για το οποίο δεν ευθύνεται και άνοιγε τα σύνορα της; Θα ήταν το ίδιο ανεκτική η Επιτροπή;

Στην Ολλανδία, τα πράγματα έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Ο ακροδεξιός Βίλντερς, δε θέλει μόνο «να πάνε στα σπίτια τους» οι υπήκοοι τρίτων χωρών και ιδιαίτερα οι μουσουλμάνοι, αλλά και οι ανατολικοευρωπαίοι. Εκτός φυσικά από τη γυναίκα του, που είναι Ουγγρικής καταγωγής. Δε θέλει μόνο η Ελλάδα να επιστρέψει στη δραχμή, αλλά και η Ολλανδία στο φιορίνι. Επίσης, ήθελε η Ελλάδα να τιμωρηθεί με αυστηρά μέτρα λιτότητας για τη δημοσιοοικονομική της εκτροπή, αλλά δεν επιθυμεί το ίδιο και για την Ολλανδία, όπου απειλείται το ΑΑΑ, αφού η λιτότητα «θα έθετε σε δοκιμασία τις αντοχές της ολλανδικής οικονομίας». Και αφού και εκεί η κυβέρνηση στηρίχθηκε στην ψήφο ανοχής της ακροδεξιάς, η κυβέρνηση καταρρέει από τις αντιφάσεις όχι μόνο του Βίλντερς, αλλά και της κεντροδεξιάς. Αλλά το γεγονός είναι ότι σ’ ένα σύστημα συμμαχικών κυβερνήσεων, όπως της Ολλανδίας, πρέπει να υπάρχει ανοχή στις κωλοτούμπες και τα μαϊμουδίσματα, αλλιώς κυβέρνηση δε γίνεται.

Πού είναι όμως οι υστερικές επικλήσεις για κυβερνητική σύμπνοια και «εθνική γραμμή» της Επιτροπής, προς την Ολλανδία και τη Δανία; Γιατί δεν έχουμε ούτε μία καταδίκη της «έλλειψης υπευθυνότητας» της πολιτικής τάξης, ίδιας ή ανάλογης με αυτή που ακούσαμε στις περιπτώσεις της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας; Και γιατί η κ. Μέρκελ δεν έχει ακόμα δοκιμάσει μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε λαϊκιστές Ολλανδούς και Δανούς, όπως έκανε για τον Μπερλουσκόνι, ανταλλάσοντας έστω μια ειρωνική ματιά με τον – έως πρόσφατα – «σύντροφο» Σαρκοζί; Ίσως η απάντηση να είναι η περίφημη ρήση από τη Φάρμα των Ζώων του Τζορτζ Όργουελ: «Όλοι είναι ίσοι, αλλά ορισμένοι είναι περισσότεροι ίσοι από τους άλλους». Βέβαια, η ισότητα μεταξύ των μελών της Ε.Ε. δεν είναι κάτι που μπορεί να εγγυηθεί οποιαδήποτε συνθήκη. Σε ένα κλειστό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών, που δε μπορεί να αντιδράσει σε αναταράξεις του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κερδίζει πάντα το γρήγορο άλογο. Όταν δεν κερδίζει, τότε οι κανόνες μεταβάλλονται έτσι ώστε να κερδίσει, όπως για παράδειγμα «η ανοχή» της Επιτροπής στο γαλλικό και γερμανικό υπερβολικό έλλειμμα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι έχει περάσει πάρα πολύς καιρός από τότε που ο ευρωπαϊκός νότος (ή γενικότερα η περιφέρεια) διαπραγματεύθηκε κάτι ως «μέτωπο» και όχι ως «χαλαρό άθροισμα» κρατών: η τελευταία φορά ήταν η διαπραγμάτευση για τα πρώτα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης επί Ανδρέα Παπανδρέου και Φελίπε Γκονσάλες. Μέχρι σήμερα, ο μόνος πολιτικός άξονας που δουλεύει σε λογική μετώπου, είναι ο γαλλογερμανικός, αλλά αυτό πλέον δεν ισχύει, αφού ο Σαρκοζί τόλμησε να μιλήσει για την ανάγκη ενεργότερου (σ.σ. περισσότερο πολιτικού και λιγότερου ανεξάρτητου) ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ίσως, με την επερχόμενη άνοδο στην εξουσία του Ολαντ, ο νότος να βρει μια φωνή εκπροσώπησης λιγότερο τεχνοκρατική και περισσότερο πολιτική. Αλλά για να εκπληρώσει ο Ολάντ αυτήν την προσδοκία, πρέπει να υπάρξουν πολιτικές ζυμώσεις που να περιορίζουν τα περιθώρια επιλογών του. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η περιφέρεια της Ε.Ε. απαιτεί δραστικές (ή και δραματικές) πρωτοβουλίες, πολύ σύντομα. Διότι εάν η Ε.Ε. συνεχίσει να πορεύεται το δρόμο της ορθόδοξης, πλην μεροληπτικής λιτότητας, η ευρωπαϊκή οικονομία θα καταρρεύσει.

Σε κάθε περίπτωση, η «τεχνοκρατική αφήγηση» για την έξοδο από την κρίση, δεν έχει πείσει, ιδιαίτερα στην τρέχουσα περίοδο «αξιακών εκπτώσεων». Δεν υπάρχει εθνική σωτηρία στα πλαίσια της ευρωπαϊκής οικονομίας, με ευρωπαϊκό νόμισμα (Ευρώ), ευρωπαϊκό ύστατο δανειστή (ΕΚΤ) και ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίου, προϊόντων και υπηρεσιών. Η μόνη βιώσιμη αφήγηση προϋποθέτει μια πολιτική διαπραγμάτευση, όπου από τη μια θα κάθονται οι πλεονασματικές χώρες ΑΑΑ και από την άλλη, οι ελλειμματικές οικονομίες υπό επιτήρηση (επίσημη ή ανεπίσημη). Και αυτή η διαπραγμάτευση δε θα ξεκινήσει από την Επιτροπή Μπαρόζο, που έχει χάσει το τεκμήριο της θεσμικής ουδετερότητας και της τεχνοκρατικής αποτελεσματικότητας. Πρέπει να ξεκινήσει από τα κράτη μέλη. Το ζητούμενο είναι, μια ευρωπαϊκή οικονομία με τα θεσμικά μέσα να ελέγχει όχι μόνο το επίπεδο τιμών (πληθωρισμός), αλλά και τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, τις ροές κεφαλαίου και εμπορευμάτων και, τελικά, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε έλεγχο της ζήτησης.

 

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

ΤΟΜΕΑΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Βρυξέλλες, 26 Απριλίου 2012

Σε απάντηση σε δημοσιεύματα ελληνικών μέσων, όπου αναπαράγονται αναφορές του Τύπου της ΠΓΔΜ, η επικεφαλής της Κ.Ο. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων Μαριλένα Κοππά δήλωσε:

«Με έκπληξη διάβασα την αναπαραγωγή, σε ελληνικά μέσα, δημοσιευμάτων της γειτονικής χώρας όπου γίνεται αναφορά σε σχέδιο έκθεσής μου για τη στρατηγική διεύρυνσης της ΕΕ, και όπου δήθεν τονίζω ´ότι η διμερής διαφορά με τα Σκόπια δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην έναρξη διαπραγματεύσεων.’ Αυτή η αναφορά, όπως προβάλλεται, παραποιεί το κείμενό μου με αυθαίρετο και ιδιοτελή τρόπο.

Για την αποκατάσταση της αλήθειας σημειώνω:

1. Η έκθεση αφορά τις προοπτικές της πολιτικής διεύρυνσης χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες χώρες.

2. Αναφέρεται η πάγια θέση της Ε.Ε. ότι τα διμερή ζητήματα δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο στην ένταξη και για αυτό ακριβώς το λόγο πρέπει να επιλύονται το ταχύτερο δυνατό, πριν την έναρξη των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με τις αρχές της Ε.Ε.

3. Σε καμιά περίπτωση δε γίνεται αναφορά στη γειτονική χώρα.

4. Παρότι ρωτήθηκα από σκοπιανούς δημοσιογράφους και κατέστησα πλήρως σαφή τη θέση μου, τα ΜΜΕ της γειτονικής χώρας προέβαλαν, εκ του πονηρού, το πρώτο μέρος της πρότασης, ότι δηλαδή τα διμερή ζητήματα δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο στην ένταξη, παραλείποντας το δεύτερο μέρος, ότι γι’ αυτό το λόγο πρέπει να επιλύονται πριν την έναρξη διαπραγματεύσεων.

5. Η θέση μου, όπως και η θέση του κόμματος που εκπροσωπώ, είναι σαφής: η επίλυση της διαφοράς για το όνομα είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την ένταξη της ΠΓΔΜ στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, αλλά και για την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε.

6. Σε κάθε περίπτωση, η διαφορά για το όνομα δεν είναι ένα διμερές ζήτημα, όπως θέλει να το παρουσιάζει ο κύριος Γκρόυεφσκι, αλλά διεθνές – γι’ αυτό εξάλλου διαμεσολαβούν για την επίλυσή του τα Ηνωμένα Έθνη.

7. Η διατήρηση σχέσεων καλής γειτονίας είναι βασική προϋπόθεση για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Δυστυχώς, η γειτονική χώρα, μετά από τα απολύτως αρνητικά μηνύματα από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, επιχειρεί με αθέμιτο τρόπο να καλλιεργήσει εντυπώσεις.»

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

ΤΟΜΕΑΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στρασβούργο, 20 Απριλίου 2012

«Το μεταναστευτικό ζήτημα στην Ελλάδα θα βρει απάντηση μόνο αν αντιμετωπιστεί όπως πραγματικά είναι: ένα ευρωπαϊκό ζήτημα που ζητά ευρωπαϊκές λύσεις», τόνισε η επικεφαλής της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ στο Ε.Κ. Μαριλένα Κοππά, στη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε  στην Ολομέλεια του Ε.Κ.  

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της παρέμβασης της Μ. Κοππά:

«Η κατάσταση των μεταναστών στην Ελλάδα πρέπει να ιδωθεί ως μια ανθρωπιστική κρίση  όπου, όλοι μαζί, ως Ε.Ε. πρέπει να δώσουμε μια ενιαία λύση. Η χώρα μου δέχεται ετησίως, κατά τα τελευταία χρόνια, πάνω από 150.000 παράτυπους μετανάστες, ποσοστό που πλησιάζει το 1,5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.

Οι άνθρωποι αυτοί προσπαθούν να γλυτώσουν από τις διώξεις, τον πόλεμο και την πείνα. Δικαιούνται να είναι κάτι παραπάνω από ένα στατιστικό στοιχείο και να τύχουν ανθρώπινης και αξιοπρεπούς μεταχείρισης.  Όμως η Ελλάδα, η Ελλάδα της κρίσης, δεν μπορεί μόνη της να διαχειριστεί μεταναστευτικές ροές τέτοιου μεγέθους. Η Ελλάδα υποδέχεται σχεδόν το 90% των μεταναστών που επιχειρούν να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Δουβλίνο ΙΙ τους εγκλωβίζει στη χώρα. Φυσικά, τα προβλήματα στην υποδοχή και φύλαξη των παράτυπων μεταναστών είναι μεγάλα και η διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων ασύλου δεν είναι ακόμη, παρά τις βελτιώσεις  των τελευταίων δυο χρόνων, όσο σύντομη θα έπρεπε να είναι. Είναι, όμως, υποκριτικό να μας συγκρίνουν με άλλες χώρες της Ευρώπης στο επίπεδο προστασίας και τους όρους υποδοχής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει σύγκριση στη μεταναστευτική πίεση που δέχεται η Ελλάδα. Το μεταναστευτικό ζήτημα στην Ελλάδα θα βρει απάντηση μόνο αν αντιμετωπιστεί όπως πραγματικά είναι: ένα ευρωπαϊκό ζήτημα που ζητά ευρωπαϊκές λύσεις.»

Θα μπορούσε κανείς να το αποκαλέσει «το σύνδρομο της Νυρεμβέργης». Κάθε μεγάλη καταστροφή, όπως αυτή που βιώνει η χώρα μας σήμερα, επιφέρει την απαίτηση μιας «κάθαρσης», όπου ο νόμος καλείται να ανταποκριθεί στο «κοινό περί δικαίου» αίσθημα. Αλλά, παντού, ο νόμος συνάδει περισσότερο με το αίτημα της «διασφάλισης της τάξης» και της αποκατάστασης της ζωής και των ονείρων μας.

Στη Ρουμανία, το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την πρόσβαση πρώην μελών της κουμμουνιστικής γραφειοκρατίας σε υψηλά κρατικά αξιώματα και δημόσιες θέσεις, πριν ακόμα αποδειχτεί η διάπραξη εγκλημάτων. Συνεπώς, ένας νόμος που αποσκοπούσε στην κάθαρση – μιας τάξης ανθρώπων και όχι συγκεκριμένων ατόμων – κρίθηκε αντισυνταγματικός.

Στην Ισπανία, ο «ενοχλητικός» για πολλούς εισαγγελέας Γκαρσόν καταδικάστηκε επειδή, κατά τη διάρκεια έρευνας για μια υπόθεση διαφθοράς στην οποία είχαν εμπλακεί μέλη του συντηρητικού κόμματος της περιοχής Βαλένθια, είχε διατάξει – παράνομα – την παρακολούθηση των τηλεφώνων τους. Συνεπώς, του επιβλήθηκαν 11 χρόνια αποκλεισμού από οποιαδήποτε δραστηριότητα στο χώρο της δικαιοσύνης. Σίγουρα ο Γκαρσόν θα λείψει απ’ όλους μας αλλά, όπως και ο Σωκράτης, είναι υποχρεωμένος τώρα να πιει το κώνειο.

Παντού, η δικαιοσύνη δεν μπορεί πάντα να ανταποκριθεί στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα», επειδή πρώτο μέλημα της δικαιοσύνης είναι η εφαρμογή της τάξης του υφιστάμενου νόμου. Πολλές φορές, ο νόμος και όχι η δικαιοσύνη, έρχονται σε σύγκρουση με το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Στην Ελλάδα, το πολιτικό σύστημα έχει συνομολογήσει ότι πρέπει να αλλάξουν βασικές πτυχές του συντάγματος, προκειμένου τα πολιτικά πρόσωπα να διώκονται για κοινά εγκλήματα από κοινούς δικαστές. Έως σήμερα, ο θεσμός της ασυλίας έχει γίνει ένα «εμβληματικό» πολιτικό ζήτημα, αφού, εάν δεν είναι δυνατόν να «επιστρέψουν τα λεφτά», τουλάχιστον πρέπει «να πάνε φυλακή» όσοι πήραν τα λεφτά. Όσο δε συμβαίνει αυτό, το κοινωνικό αυτό στίγμα «του κλέφτη» στοιχειώνει την καριέρα κάθε πολιτικού.

Η ψυχραιμία δε συνάδει με καταστάσεις κρίσης, όπου το κοινό περί δικαίου αίσθημα απαιτεί, αν όχι δικαιοσύνη, τουλάχιστον μια πειστική και τάχιστη θυσία. Αλλά η δικαιοσύνη δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε σ’ αυτό το αίτημα, επειδή η εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης είναι αυτό που διαχωρίζει το δικαστή από τον εκδικητή.

Το ρόλο του τιμωρού αναλαμβάνει συχνά ο Τύπος, φωτογραφίζοντας υπόπτους. Η κοινή γνώμη ένιωσε βαθύτατα προσβεβλημένη ακούγοντας το περίφημο «μαζί τα φάγαμε». Αυτή η κατηγορία συλλογικής ευθύνης, που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποδίδει όλο το συλλογισμό του εκφωνητή της, εξόργισε μια κοινωνία όπου, πολλοί από εμάς, δεν αισθάνονται κλέφτες. Αλλά, αυτή η οργή που εκφράζεται δικαιολογημένα από κάθε πολίτη, δεν μπορεί να ξεστομιστεί από πολιτικά πρόσωπα που δεν έχουν το τεκμήριο της αθωότητας.

Για όσους βρίσκονται στην πολιτική, το γεγονός αυτό είναι σημείο των καιρών, που δε μπορεί όμως κανένας να συνηθίσει, ιδιαίτερα επειδή οι φήμες δεν είναι κατηγορίες που περνούν τη βάσανο μιας δίκαιης δίκης. Ούτε φυσικά υπάρχει κάποιο είδος «συναδελφικής αλληλεγγύης», δεδομένου ότι το εκλογικό σώμα είναι διατεθειμένο να ακούσει, συχνά να αποδεχτεί, ή ακόμα και να επιδοκιμάσει με την ψήφο του πολλές φήμες και θεωρίες συνομωσίας.

Το γεγονός, όμως, είναι ότι οι πολιτικοί πρέπει σήμερα να αντιμετωπίσουν πρωτόγνωρες προκλήσεις χωρίς περιθώρια λάθους. Η μεγαλύτερη κατηγορία που απευθύνεται συλλογικά έναντι του πολιτικού κόσμου – ή τουλάχιστον των κυβερνώντων – είναι ότι αντέδρασε ακολουθώντας «δοκιμασμένες λύσεις» σε μια πρωτόγνωρη κρίση. Η μόνη απάντηση σε αυτή την κατηγορία είναι ότι ο νόμος, ως εγγυητής της τάξης, τιμωρεί συχνότερα τον πειραματισμό – ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πειράματα με ανθρώπινες ζωές – παρά τις «επαναστατικές λύσεις». Ο νόμος δεν είναι το καταφύγιο του επαναστάτη.

Όπως και στη Νυρεμβέργη, δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί πίσω από αυτήν την αλήθεια προκειμένου να αποφύγει τις ευθύνες του. Αλλά ο νόμος, πάντα, αποδίδει ατομικές και όχι συλλογικές ευθύνες. Σε αντίθετη περίπτωση, η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, αλλά «λαϊκίζει». Με άλλα λόγια, η ψήφος, σε συγκεκριμένα άτομα και, αντίθετα, η αποδοκιμασία συγκεκριμένων ατόμων, είναι η μόνη ελπίδα για «μια δίκαιη δίκη», αφού ο νόμος διασφαλίζει απλώς την τάξη και όχι τη λύτρωση μιας κοινωνίας.

Όποιος πολιτεύεται με σύνθημα «την αποκατάσταση της δικαιοσύνης», είτε έχει ένα πολύ καλό νομοσχέδιο να προτείνει, είτε απλώς τρέφεται παρασιτικά από το αίσθημα του φόβου που ενέχει κάθε πρωτόγνωρη κοινωνική κρίση. Δυστυχώς, ακόμα και μετά τις εκλογές, η πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι η τέχνη του εφικτού. Και οι εκλογές θα εξακολουθήσουν να είναι μια διαδικασία επιλογής μεταξύ υφιστάμενων κομμάτων, προγραμμάτων και προσώπων. Και αυτό πρέπει να το λάβει υπόψη του κάθε δικαστής ή τιμωρός, που θα βρεθεί απέναντι στην κάλπη.

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

ΤΟΜΕΑΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στρασβούργο, 18 Απριλίου 2012

Την πλήρη υποστήριξη της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο σκληρά δοκιμαζόμενο Κουρδικό λαό εξέφρασε η επικεφαλής της Κ.Ο. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο Ε.Κ. Μαριλένα Κοππά στη συνάντηση που είχε με την Λεϊλά Ζάνα (βραβείο Ζαχάρωφ του Ε.Κ. και ανεξάρτητη βουλευτής του Τουρκικού Κοινοβουλίου)

Η Λεϊλά Ζάνα, στο πλαίσιο των επαφών που είχε στο Ε.Κ. με σκοπό την ευαισθητοποίηση για το κουρδικό ζήτημα, συνάντησε την Μαριλένα Κοππά ως αντιπρόεδρο της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ε.Ε. -Τουρκίας. Στην ανταλλαγή απόψεων που είχαν, η Λεϊλά Ζάνα έθεσε το ζήτημα της παραβίασης των δικαιωμάτων των Κούρδων στην Τουρκία και των μαζικών συλλήψεων για εγκλήματα γνώμης. Η Μαριλένα Κοππά διαβεβαίωσε την κα Ζάνα ότι η Ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών θέτει το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικότερα των Κούρδων σε κάθε επαφή που έχει με την τούρκικη πλευρά και σε κάθε συζήτηση που γίνεται και αφορά την Τουρκία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.  Τέλος, τόνισε ότι η ελευθερία και δημοκρατία στην Τουρκία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επίλυση του Κουρδικού ζητήματος.


καμπανια
ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΩ
PASOK.GR RSS
  • No items
  • ...............................................